Στην Εύβοια υπάρχει ένα χωριό, ο Άγιος Ιωάννης· απ’ αυτό το χωριό κατάγομαι. Οι γονείς μου ήταν φτωχοί, γι’ αυτό ο πατέρας μου έφυγε απ’ το χωριό και πήγε στην Αμερική. Εκεί δούλευε ως εργάτης στη διώρυγα τού Παναμά. Εμείς τα παιδιά στο χωριό, από μικρά που ήμασταν κάναμε δουλειές. Ποτίζαμε τον κήπο, τα δέντρα, φέρναμε τα ζώα, τρέχαμε παντού, όπου μας λέγανε οι μεγάλοι.

Εγώ μικρός έβοσκα τα ζώα στο βουνό. Ήμουνα κουτός και ντροπαλός. Στο σχολείο επήγα μια μόνο τάξη και σχεδόν δεν έμαθα τίποτα, γιατί ο δάσκαλος ήταν άρρωστος. Εκεί που φύλαγα τα πρόβατα, διάβασα συλλαβιστά το βίο του Αγίου Ιωάννου του Καλυβίτου κι από κει μου ήλθε ο ζήλος να φύγω και να γίνω μοναχός. Χωρίς να ξέρω τίποτα. Ούτε μοναχό είχα δει, ούτε μοναστήρι. Τίποτα.

Όταν έγινα εφτά χρονών, μ’ έστειλε η μητέρα μου στη Χαλκίδα να δουλέψω σ’ ένα κατάστημα. Πωλούσαν εκεί απ’ όλα. Είχαν στα καταστήματα εκείνη την εποχή σιδερικά, κλειδιά, βίδες, κλειδαριές και σχοινιά, αλλά είχανόμως και ζάχαρη και ρύζι και καφέ και πιπέρι και όλα όσα έχει ένα μπακάλικο. Μεγάλο ήταν το κατάστημα. Και ήταν εκεί άλλα δύο παιδιά. Επήγα κι εγώ.

Ό,τι μου λέγανε αυτοί, εγώ το έκανα. Όλοι με διατάζανε εμένα κι εγώ έτρεχα παντού. Εν τω μεταξύ οι άλλοι δύο είχαν κανονίσει πότε θα ποτίζανε τα βασιλικά της κυράς πάνω στα μπαλκόνια. Πήγαιναν εναλλάξ. Ο ένας τη μια μέρα, ο άλλος την άλλη. Είχαν σειρά. Όταν επήγα εγώ, εβάλανε εμένα σε όλα. Και στο σκούπισμα και στα λουλούδια. Εγώ δεν πονηρευόμουνα όμως. Τα έκανα όλα. Όπου μου λέγανε, πήγαινα.

Και μια μέρα που σκούπιζα το κατάστημα, στο τέλος, εκεί που είχα μαζέψει τα σκουπίδια, είχε χυθεί καφές, σπυριά αλεστά. Ήταν εκεί πέρα καμμιά δεκαπενταριά σπυριά καφέ. Κι εγώ έσκυψα και τα έβαλα στο χέρι και πήγα να τα ρίξω στο τσουβάλι, εκεί που ήταν ο καφές. Το αφεντικό ήταν στο γραφείο του. Είχε τζάμια γύρω – γύρω και με είδε που έσκυψα εκεί και μετά πήγα στο τσουβάλι να τα ρίξω. Και φωνάζει:

– Άγγελε — εννοώντας εμένα, έτσι με φωνάζανε μικρό — έλα εδώ!

Πήγα εκεί.

– Τί έχεις στο χέρι, τί είναι αυτό;

Λέω:

– Καφές. Τα ήυρα εκεί κάτω και τα μάζεψα.

Αρχίζει λοιπόν:

– Τάσοο, Αρίστοο, Γιάννηη, Γιώργοο!!!

Άλλος ήταν μέσα στην αποθήκη, άλλος αλλού. Φώναζε το αφεντικό. Ήλθαν όλοι εκεί. Λοιπόν, άνοιξε το χέρι μου το αφεντικό.

– Τα βλέπει, τους λέγει. Τί είναι αυτά;
– Σπυριά από καφέ, λένε.
– Που τα ήυρες, Άγγελε;
– Στο πάτωμα ήταν σκρπισμένα, λέω, τα μάζεψα και πήγα να τα ρίξω στο σακί με τον καφέ.

Λοιπόν, έκανε ολόκληρη διαδικασία το αφεντικό μου. Εκεί τί γινόταν! Σπατάλη με τις σέσουλες. Πετούσαν από δώ, από κεί… Και λέει:

– Ακούστε τώρα, από σήμερα θα βάλετε μία σειρά εδώ μέσα. Μία εβδομάδα ο Αρίστος, μία εβδομάδα ο Τάσος, την άλλη ο Άγγελος και για τα λουλούδια και για όλα.

Μ’ αγαπούσαν, λοιπόν, τα αφεντικά μου. Με καλούσαν πάνω, στο σπίτι τους, και μ’ έβαζαν κι έψαλλα ό,τι τροπάρια ήξερα. Με πήραν πολύ από καλό έτσι. Αυτή την πράξη μου την εκτιμήσανε, γιατί δε με ξέρανε.

Μετά από δύο χρόνια επήγα στον Πειραιά, για να εργασθώ στο μπακάλικο ενός συγγενούς. Το μπακάλικο ήταν μαζί και ταβέρνα. Εκεί υπήρχε μια σοφίτα, όπου και κοιμόμουνα το βράδυ. Το μαγαζί βρισκόταν σ’ ένα λόφο, στην οδό Τσαμαδού. Ερχόντουσαν κάθε μέρα και ψωνίζανε και αρκετοί απ’ τους πελάτες καθόντουσαν κάτι να πιούνε, να τσιμπήσουνε, εφόσον ήταν και ταβέρνα.

[Βίος και Λόγοι Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Ιερά Μονή Χρυσοπηγής, Χανιά 2003, σελ. 31]

Μοιραστείτε την εμπειρία σας